20 Μαρτίου 2019

Εὐλογημένα «γιατί»!




Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Νικόλαος


ρώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στήν κφορά του, τόσο δύσκολο στήν πάντησή του. 
 ρώτημα τόσο ληθινό, τόσο νθρώπινο, τόσο παιτητικό, πού μως πό τή φύση του δέν ντέχει στόν λόγο, δέν κφράζεται μέ τό στόμα, δέν μπαίνει σέ λέξεις, δέν δημοσιοποιεται σέ κροατήριο, πολύ δέ περισσότερο, δέν πιδέχεται μονοσήμαντες παντήσεις πό κάποιους πού δθεν γνωρίζουν πρός κάποιους λλους πού σίγουρα πονον. σως εναι τό κατ’ ξοχήν θέμα γιά τό ποο δέν μπορε καί δέν πρέπει νά γίνονται μιλίες. 
Εναι πολύ βαθύ γιά νά λθει στήν πιφάνεια τς συνειδητοποίησης. 
Εναι πολύ πώδυνο γιά νά χωρέσει στόν ρίζοντα τν ντοχν μας. 
Εναι πολύ προσωπικό γιά νά ντοπισθε στό στερέωμα το δημόσιου λόγου. σως ατό τό ρώτημα νά πονάει πιό πολύ καί πό τήν ατία πού τό δημιουργε. Γιατί λοι ξέρουμε πώς δέν χει εκολη πάντηση. Καί μως εναι τόσο πίμονο καί ληθινό.

 
Γιατί σέ μένα, Θεέ μου; χε στά ατιά μου ατό τό ρώτημα καί ντηχε βαθιά στήν καρδιά μου. Εναι τό ρώτημα κάθε γονιο πού τό παιδί του πάσχει κάθε νθρωπου πού χει χτυπηθε πό νίατη σθένεια. Πς εναι δυνατόν ατό τό ρώτημα νά μεταμορφωθε σέ μιλία, συμβουλή, γνώμη πάντηση;

Τό
ρώτημα ατό συνεχς διατυπώνεται καί παντται μόνο μέ δάκρυα, χι μέ λέξεις, μέ ασθήματα, χι μέ σκέψεις, μέ σιωπή, χι μέ πόψεις, μέ συμπόνια, χι μέ παντήσεις. Πς νά τό κάνουμε; Συχνά τά μάτια μιλον πιό εγλωττα πό τό στόμα, ναστεναγμός πιό δυνατά πό τή σκέψη καί πονεμένη πορία κφράζει περισσότερο τήν λήθεια πό τήν ποια πάντηση.
Γιατί;
Γιατί
πόνος; γιατί δικία; γιατί τά παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί μέ ατόν τόν τρόπο; γιατί τήν περίγραπτη χαρά τς θώας παρουσίας τους νά τή διαδέχεται βάσταχτος πόνος; γιατί; Καί ν εναι γιά τό γνωστο καλό μας, γιατί ατό τό καλό μας νά εναι τόσο πικρό;
Γιατί σέ μένα;
Τί κακό
κανα; Πο νά ψάξω νά βρ μέσα μου τήν γνωστη σέ μένα ατία; Καί ν φταίω γώ, δέν μπορ κάτι νά κάνω γιά νά ναστρέψω τά πράγματα; Καί ποιός λόγος ξ ατίας μου νά ποφέρει ατό τό θο πλασματάκι; Ατό μο φαίνεται πιό δύνατο νά τό ντέξω. Κινδυνεύω νά χάσω καί τή λίγη καί σθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό τό φελος ατς τς στορίας;

Γιατί σέ μένα, Θεέ μου;
Δέν ε
μαι παιδί σου; δέν εσαι Θεός γάπης; τί σχέση μπορε νά χει γάπη Σου 
μέ τό μαρτύριό μου; Πς νά μέ προσελκύσουν τά μαστιγώματά Σου; Πς συνδυάζεται καλωσύνη Σου μέ τήν νερμήνευτη λογική το πόνου, μέ τή θλίψη, μέ τό νδεχόμενο το σκανδαλισμο;

«ελογία» το πόνου. Ελογημένα «γιατί»!
  Τά καθαγίασε
διος Χριστός στόν σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, να τί μέ γκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μο τό ’κανες ατό; Τί σο κανα; Δέν εμαι Υός σου; Τό διο κριβς ρώτημα μέ τό δικό μου τό ποο μεινε καί ατό ναπάντητο. μεινε ναπάντητο στά φαινόμενα. Τά γεγονότα μως φανέρωσαν τήν πάντηση.

  Τέτοια πολλά «γιατί» βγ
καν καί πό τό στόμα το πολυάθλου ώβ τή γραφίδα το τραυματισμένου Δαυίδ, δύο νθρώπων πού ο τραγικοί θάνατοι τν παιδιν τους σφράγισαν τό πέρασμά τους πό τήν στορία καί πού μς παρουσιάζονται συχνά ς μοναδικά πρότυπα πίστης, γκαρτέρησης καί πομονς.

  Τό
ρώτημα ατό τό πευθύνουμε στόν Θεό, τό λέμε στόν αυτό μας, τό παναλαμβάνουμε στούς νθρώπους πού νοιώθουμε τι διαίτερα μς γαπον. Τό λέμε κυρίως γιά νά κφράσουμε τό μέσα μας, τό λέμε μως καί προσδοκώντας τό χάδι μις πάντησης. Ποιός μως μπορε νά δώσει μία πάντηση; κόμη κι ν τήν ξέρει, ποιός μπορε νά μς τήν πε;

 Λέγει
Μέγας Βασίλειος πρός πενθοντα πατέρα τι πόνος κάνει τόν νθρωπο τόσο εαίσθητο, στε μοιάζει μέ τό μάτι πού δέν νέχεται οτε τό πούπουλο. Καί πιό τρυφερή κίνηση αξάνει τόν πόνο το πονεμένου. Καί πιό διακριτική ναλογία δέν ντέχεται. λόγος πού κφέρεται ς λογικό πιχείρημα νοχλε βάσταχτα. Μόνο τό δάκρυ, κοινωνία τς πορίας, σιωπή, σωτερική προσευχή θά μποροσαν νά νακουφίσουν τόν πόνο, νά φωτίσουν τό σκοτάδι νά γεννήσουν μία μικρή λπίδα.

πόνος γενν λήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
πόνος δέν ξυπνάει μόνον μς, λλά γεννάει καί τήν γάπη στούς γύρω μας. Προσπαθον νά μπον στή θέση μας. γωνίζονται στόν καιρό τς σφάλειάς τους νά μοιραστον τά πιό νεπιθύμητα γι’ ατούς δικά μας ασθήματα. Καί τό κάνουν. πόνος γενν τήν πομονή μας, ταυτόχρονα μως γενν καί τόν ξ γάπης σύνδεσμο μέ τούς δελφούς μας. πόνος γενν τήν λήθεια. συμπόνια τν λλων τή φυτεύει στή δική μας καρδιά. κε διακριτικά κρύβεται καί πάντηση.
τσι γεννιέται στήν καρδιά παρηγοριά, γλύκα καί νακούφιση τς ποίας εναι πολύ ντονότερες ς μπειρίες πό τό βάρος το πόνου.

πόνος μς βγάζει πό τά νθρώπινα μέτρα.
  Τελικά α
τά τά «γιατί» δέν χουν τίς παντήσεις πού φτώχια καί δυναμία μς περιμένει. Στή λογική ατή συνήθως παραμένουν ναπάντητα. Γι’ ατό καί Χριστός γιά τόν θάνατο δέν επε παρά λάχιστα. πλά, διος τόν πέλεξε καί πόνεσε σο κανένας λλος. Καί ταν ναστήθηκε, τό στόμα Το βγαλε περισσότερη πνοή καί λιγότερα λόγια. Δέν επε τίποτε γιά ζωή καί θάνατο -μόνο προφήτευσε τό μαρτύριο το Πέτρου. πόνος δέν παντιέται μέ πιχειρήματα. Οτε δικία καί θάνατος ντιμετωπίζονται μέ τή λογική. Τά προβλήματα ατά λύνονται μέ τό μφύσημα καί τήν πνοή πού μόνον Θεός δίνει. Λύνονται μέ τό γιο Πνεμα. Ξεπερνιονται μέ τήν ταπεινή ποδοχή το θελήματος το Θεο πού εναι τόσο ληθινό λλά συνήθως καί τόσο κατανόητο.

  Στό διάβα της
δοκιμασία συνοδεύεται πό τό σφυροκόπημα τν ναπάντητων ρωτημάτων. Κι μες, γαντζωμένοι στά «μήπως», στά «γιατί», στά «ν» συντηρομε τίς λπίδες καί ντέχουμε τήν πιβίωση σέ ατόν τόν κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο κάτι σταθερό. Ατό μως συνήθως δέν ντοπίζεται στήν προτεινόμενη πό μς λύση, λλά πικεντρώνεται στήν προσδόκητη πέρλογη θεϊκή παρηγοριά. 
Κάθε προσπάθεια ντικατάστασής της μέ νθρώπινα ποκατάστατα δικε μς τούς διους. Κάθε περιορισμός στήν σφυκτική θηλιά τν ρθολογιστικν παντήσεων μς παγιδεύει βαθύτερα στό δράμα μας. Στόν διάλογο μέ τόν πόνο, τήν δικία καί τόν θάνατο εμαστε ποχρεωμένοι νά βγομε πό τά νθρώπινα μέτρα. Ατή εναι χι μόνον ξοδος πό τή δοκιμασία λλά καί εεργεσία της.

μοναδική εκαιρία.
 Τελικά, 
τό μέν ρώτημα μπορομε νά τό ποβάλλουμε, τήν δέ πάντηση πρέπει νά τήν περιμένουμε. Θεός δέν πάρχει παραχωρε μιδοκιμασία γιά νά μς δώσει μι μοναδική εκαιρία. ν δέν γινόταν Σταύρωση, δέν θά πρχε νάσταση. Χριστός θά ταν νας καλός δάσκαλος· χι Θεός. Θεός δίνει τήν εκαιρία. Σέ μς μένει νά τή δομε καί νά τήν ξιοποιήσουμε. δέ χαρά καί τό περιεχόμενο ατς τς εκαιρίας εναι πολύ μεγαλύτερα πό τήν νταση καί τόν πόνο τς δοκιμασίας.
  θάνατος, πόνος, δικία ποτελον μυστήριο πού ποια πάντηση τό διασαλεύει. Στίς περιπτώσεις ατές, λήθεια δέν κφράζεται ς ποψη πιχείρημα, λλά προσφέρεται ς ταπείνωση καί κοινός πόνος. πορεία στό μεθόριο τς ζως καί το θανάτου, το σκανδαλισμο καί τς δοξολογίας, το θαύματος καί τς δικίας παρουσιάζει στροφές καί κρυμμένες γωνιές, που διασφαλίζεται λήθεια τς ζως. ν ξεφύγει κανείς τόν πειρασμό νά λυγίσει, τότε ντικρίζει τήν λήθεια μέ τέτοια ψη, πού ποτέ του δέν εχε κν φαντασθε. πόνος, ν κάποιος καταφέρει νά τόν γκαλιάσει, γενν πρωτόγνωρες εαισθησίες καί ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς λλις δέν βλέπει. πρόκληση δέν εναι νά συμβον γεγονότα καί ποκαλύψεις· ατά πάρχουν. πρόκληση εναι νά νοίξει κανείς τά μάτια του γιά νά μπορε νά τά ντικρύσει.
Εναι ναντίλεκτη λήθεια δυστυχς, συνήθως μόνο χάνοντας τά πολύ πιθυμητά, γνωρίζουμε καί κερδίζουμε τά πολύ μεγάλα.
 Σίγουρα  πόνος καί δικία δέν μπορον νά καταργήσουν τήν γάπη το Θεο.  Θεός πάρχει. Καί εναι γάπη καί ζωή. τέλεια γάπη καί τό πλήρωμα τς ζως. Καί τό μεγαλύτερο θαμα τς παρξής Του εναι συνύπαρξή Του μέ τόν πόνο, τήν δικία καί τόν θάνατο.
σως καί μεγαλύτερη πρόκληση γιά τόν καθένα μας νά εναι συνύπαρξη μέ τόν δικό του προσωπικό πόνο, τό λπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα μέ τά βαθύτερα ατά «γιατί», ταπεινή σωτερική περιχώρηση στήν προσδοκία το Θεο μέσα πό τίς «δικίες» πού νομίζουμε πώς Ατός μς κάνει.

Πρό καιρομέ πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού τό καντηλάκι τς ζως της φαίνεται νά τρεμοσβήνει. Μέσα στόν βάσταχτο πόνο της διέκρινα τήν λπίδα. Μέσα πό τά δακρυσμένα μάτια της ντίκρισα τή χαρά, τή δύναμη καί τή σοφία.
-Θέλω νά ζήσω, μο επε. λλά δέν λθα γιά νά μο τό πιβεβαιώσετε. λθα γιά νά μέ βοηθήσετε νά φύγω τοιμη πό ατόν τόν κόσμο.
-γώ εμαι παπάς τς ζως καί χι το θανάτου, τς παντ. Γι’ ατό καί θέλω νά ζήσεις. πίτρεψέ μου, μως, νά σέ ρωτήσω κάτι• μέσα στή δοκιμασία σου, ρωτς ποτέ «γιατί σέ μένα, Θεέ μου;»
-Δέν σς καταλαβαίνω, πάτερ, μο λέει. γώ ρωτ «γιατί χι σέ μένα, Θεέ μου; Καί περιμένω χι τόν θάνατό μου· προσδοκ τόν φωτισμό μου»!